Κλαούντια

     Εντάξει, το παραδέχομαι την παρακολουθούσα όποτε μπορούσα. Αυτό δε σημαίνει ότι συνεχώς την έπαιρνα από πίσω — αντιθέτως μόνο εφόσον τύχαινε να έχω διάλειμμα ανάμεσα στα μαθήματα και βόλευε και η διαδρομή, τότε μόνο φρόντιζα να κινούμαι από πίσω της, αφήνοντας αρκετά μέτρα απόσταση. Άλλωστε τα μονοπάτια, ακόμα και τα πιο μοναχικά ανάμεσα στα δέντρα, ήταν σχεδόν πάντα γεμάτα φοιτητές.
     Ήξερα ελάχιστα γι’ αυτήν. Λεγόταν Κλαούντια και μάλλον δεν ήταν Αγγλίδα.
     «Σε είχα δει στο σινεμά την περασμένη Τρίτη. Στο Κάρολ»
    «Γεια…» μου είπε με μάτια μισόκλειστα, λες και προσπαθούσε να με διακρίνει. Πάσχιζε να θυμηθεί από πού με ξέρει. Λογικό — δε με ήξερε. Την είχα αιφνιδιάσει στο τέλος του σεμιναρίου — παρακολουθούσαμε και οι δύο το μάθημα Μακροοικονομίας. Τουλάχιστον ήλπιζα να με είχε προσέξει στην τάξη.
     «Συγνώμη», πρόσθεσε, «γνωριζόμαστε;»
     Αν και τα χέρια μου ήταν παγωμένα, αισθάνθηκα το πρόσωπο μου να φλέγεται.
     «Συγνώμη, δε συστήθηκα… Πίτερ». Πρόφερα το όνομά μου στα αγγλικά, όπως συνήθιζα. «Είμαστε μαζί σ’ αυτό το σεμινάριο»
     «Ω, μα χίλια συγνώμη. Δε σ’ είχα προσέξει. Είμαι η Κλαούντια. Δε θέλω να ακουστώ αγενής μα…»
     Μα… Μα… πώς ήταν δυνατόν να μη με είχε προσέξει; Όλοι κι όλοι ήμαστε 21 άτομα στο σεμινάριο —  εκείνη την κρύα μέρα ίσως και λιγότεροι.
     «Ναι, η ταινία…» συνέχισε ίσως και για να δικαιολογηθεί. «Ήμουν μόνη. Εννοώ δεν ήμουν μόνη, με έστησαν».
     «Εγώ ήμουν μόνος πάντως», είπα χειροτερεύοντας την κατάστασή μου. Όχι μόνο δεν με είχε προσέξει, αλλά μόλις με είχα παρουσιάσει ως τον κακομοίρη μοναχικό κουλτουριάρη φοιτητή. Δεν είχα νιώσει έτσι ποτέ η αλήθεια — μέχρι και σήμερα προτιμώ να πηγαίνω μόνος σινεμά. Ίσως αυτή να ήταν και η μόνη φορά που αναγκάστηκα να βιώσω αυτή μου τη συνήθεια τόσο αρνητικά.
     «Ναι… Είναι τόσο παράξενο», είπε τότε εκείνη. «Να καταλήξω να βλέπω μια τέτοια ταινία ολομόναχη — παράξενο να ‘μαι μόνη εννοώ. Δυο θέσεις πιο δίπλα, ένα ζευγάρι κοριτσιών μου έριχνε παράξενα βλέμματα σε όλη  τη διάρκεια!»
     Γελάσαμε και οι δύο.
     «Από που είσαι;» ρώτησα.
    «Γερμανία. Δρέσδη για την ακρίβεια…» Κι έπειτα, κοιτάζοντας το ρολόι της: «Λοιπόν Πίτερ, χάρηκα. Πρέπει να προλάβω το κολεγιακό λεωφορείο. Τα λέμε λοιπόν εδώ την επόμενη εβδομάδα».

     Μονό που δεν τα είπαμε. Ναι, ήμασταν εκεί σχεδόν κάθε βδομάδα να ακούμε για ζήτηση και προσφορά και δαπάνες κι αυτή να κάνει ότι δε με βλέπει. Σε μία αίθουσα σχετικά μικρή. Εγώ πάλι την έβλεπα: την παρατηρούσα κρυφά, να κάθεται στην ίδια θέση συνήθως, στο βάθος μπροστά από το κλειστό παράθυρο, με το μακρύ λευκό παλτό της, το ανοιχτόχρωμο κασκόλ, τα καστανόξανθα μαλλιά στους ώμους. Και εκείνα τα μπλε μάτια. Τα μπλε μάτια…
    Δεν την είχα ακολουθήσει πάνω από δέκα φορές. Και είμαι σίγουρος ότι δε με έβλεπε. Όμως την είχα πετύχει αργά το απόγευμα να μπαίνει στο κεντρικό βικτοριανό κτίριο όπου ήταν η εστία μου, μόνο που πήγαινε πάντα στον πρώτο όροφο, ενώ εγώ έμενα στον τέταρτο και τελευταίο. Χτυπούσε την πόρτα, κάποιος της άνοιγε κι έπειτα χανόταν μέσα… Δεν μπορούσα να περιμένω απέξω, μόνο στεκόμουν ανήμπορος πολύ μακριά στο διάδρομο, αλλιώς θα με έβλεπε. Κι αυτό μόνο όταν είχε κι άλλους φοιτητές.
    Έκτοτε πέρασα αρκετές φορές έξω από την καφέ αυτή πόρτα. Αντί να παίρνω το ασανσέρ κατέβαινα από τις σκάλες και διέσχιζα το ατέλειωτο σκούρο κόκκινο χαλί του πρώτου ορόφου με τα πόδια. Το δωμάτιο ήταν το 11Β, δίπλα από τη μεγάλη βεράντα. Φανταζόμουν τη θέα από αυτό: θα έβλεπε στην εσωτερική αυλή, το μεγάλο πέτρινο άγαλμα του ευεργέτη του κολεγίου, το χιόνι να καλύπτει τα ξύλινα παγκάκια και το γρασίδι. Αντιθέτως, το δικό μου δωμάτιο έβλεπε στην πίσω πλευρά, στα γήπεδα του τένις. Ποιος ήταν όμως αυτός;;; Θεέ μου, κάνε να μην είναι μαζί! έλεγα όποτε περνούσα από αυτό το θρυλικό 11Β — γιατί κακά τα ψέμματα στο μυαλό μου ο αριθμός αυτός είχε αποκτήσει εξωπραγματικές διαστάσεις.
    Μια φορά μόνο κατάφερα κι έβγαλα άκρη. Και πάλι μισή.
    Καθώς περνούσα απέξω ένα μεσημέρι, είδα τον ένοικο του δωματίου να κλειδώνει την πόρτα. Ένα δερματικό καφέ τζάκετ, αρκετά κομψό, πλάτες φαρδιές, ψηλός, μαλλιά ξανθά, κοντοκουρεμένα. Τότε η διπλανή πόρτα άνοιξε κι ο γείτονάς του βγαίνοντας τον χαιρέτησε. Αυτός έκανε να του μιλήσει. Δυστυχώς όμως είχε γυρίσει στα πλάγια καθώς περνούσα από δίπλα του. Μου φάνηκε ότι έστριψε το κεφάλι του και με κοίταξε κι αυτό με έκανε να επιταχύνω το βήμα μου.
    Είχα δει άραγε καλά;
    Κι αυτός μπλε μάτια; Όμορφο πρόσωπο με έντονα ζυγωματικά, κοφτερό βλέμμα, το ανάστημά του ιδιαιτέρως αθλητικό. Ένας αθλητής, σκέφτηκα αμέσως. College jock που λένε και οι Αμερικανοί. Σε αυτή την περίπτωση δεν είχα στον ήλιο μοίρα. Βγήκα έξω τρέχοντας σχεδόν και γλίστρησα στα χιόνια, χτυπώντας ελαφρώς το δεξί μου χέρι.
     Μου άξιζε!

***

     Τόσα πολλά χιόνια είχε και εκείνο το πρωί του Φλεβάρη που παίρνοντας το ασανσέρ από τον τέταρτο όροφο, φοβούμενος ότι είχα αργήσει στο μάθημα Γαλλικών, έγινε η αποκάλυψη. Όταν αυτό σταμάτησε στον πρώτο, τότε αναρωτήθηκα από μέσα μου: Μα ποιος στο καλό σταματά το ασανσέρ από τον πρώτο, έχει τώρα γούστο να… Και είχε γούστο πράγματι. Κακό όμως.
     Μπήκαν και οι δύο μέσα πιασμένοι χέρι-χέρι. Ήταν απίστευτα όμορφη, τόσο που δε θα μπω καν στη διαδικασία να την περιγράψω εδώ — τέτοια ομορφιά σνομπάρει κάθε περιγραφή. Με είδε πάλι μόνο και κακομοίρη και φάνηκε να ξαφνιάζεται.
     «Εσύ δεν είσαι μαζί μου στο μάθημα μακροοικονομίας;» ρώτησε με έντονη περιέργεια, που πραγματικά ευχήθηκα να είναι προσποιητή. Ο φίλος της δεν ασχολήθηκε καν μαζί μου. Ήταν πράγματι ένας κολεγιακός αθλητής — καμιά σχέση με μένα. Θα ήταν κοινότυπο να πω ότι το πρόσωπό της ακτινοβολούσε (ίσως να ήταν και το φως του ασανσέρ άλλωστε), όμως όταν αναγνώρισα τη μυρωδιά της ως τόσο οικεία μου, τότε κατάλαβα πραγματικά ότι, ναι, ήμουν ερωτευμένος.
     Η πόρτα έκλεισε και η κάθοδος είχε ξεκινήσει. Νομίζω ότι πρώτα γύρισε αυτή και με κοίταξε. Ναι, νομίζω υπήρξε αυτή η ματιά, πριν αρχίσουν να φιλιούνται, για την ακρίβεια, πριν αυτή τον πάρει στην αγκαλιά της και αρχίσει να τον φιλάει. Το ασανσέρ κατέβαινε και κατέβαινε: Ένας όροφος μόνο! Πόση ώρα κρατά ένας αναθεματισμένος όροφος, 5 δεύτερα, 10 δεύτερα το πολύ, πόση ώρα κρατά ένα φιλί άραγε, πόσα χρόνια; Ζωές μήπως;
     Όταν η πόρτα ξανάνοιξε η ανάγκη μου να ανασάνω με έκανε να αρχίσω να βήχω. Βγήκαν πρώτοι, αγκαζέ, και χάθηκαν αριστερά στον διάδρομο, προς την κολεγιακή καφετέρια.
     Συνέχισα ευθεία μπροστά, νομίζω ότι κατάφερα να περπατήσω, να συρθώ ίσως. Προς την έξοδο, προς την έξοδο! επαναλάμβανα μέσα μου και, βγαίνοντας έξω, ένιωσα το χιόνι που έπεφτε σαν πρώτη φορά, νιφάδες και νιφάδες έλιωναν στο πρόσωπο μου αργά και με έκαιγαν: Το πρόσωπο μου πονούσε. Και χάθηκα έξω στο μονοπάτι στις κάτασπρες σημύδες του βικτοριανού κολεγίου, κινούμενος προς το άλσος. Και οι νιφάδες να πέφτουν και να καίνε όλο και περισσότερο — μια χιονοθύελλα ίσως; Το πρόσωπο μου πονούσε κι εγώ να εύχομαι να ρίξει κι άλλο χιόνι, περισσότερο.
     Να πονέσω. Να πονέσω.

Χόρευε, χόρευε!

Οι περισσότεροι από εμάς πηγαίναμε σε παιδικά πάρτι όταν ήμασταν μικροί. Από αυτά θυμάμαι παραδόξως αρκετά πράγματα, αλλά όχι πάντα τα πιο σημαντικά: θυμάμαι σαν χθες, π.χ., μία γενική γεύση τούρτας – αυτή της σαντιγί, όπως επίσης ότι πάντα έπινα πορτοκαλάδα, με αποτέλεσμα να έχω φρέσκια ακόμα στο στόμα, όποτε το σκέφτομαι, την παράξενη αίσθηση που άφηνε αυτός ο συνδυασμός λιπαρής ουσίας και ανθρακικού. Πιο έντονα από όλα, όμως, θυμάμαι την πικρία με την οποία σχεδόν πάντα αποχωρούσα.

Στα πάρτι αυτά που όλα τα παιδιά χόρευαν άκουγα συχνά τη μητέρα μου, αν βρισκόταν μαζί μου, να με παρακινεί να χορέψω κι εγώ. Κι όχι μόνο αυτή,  ακόμα ακούω τις φωνές των άλλων, τις γειτόνισσες και οικογενειακές φίλες να ρωτάνε, «Γιατί δεν χορεύεις κι εσύ;» Και πιο επιτακτικά, «Σήκω, πήγαινε χόρεψε μαζί τους!» Και τότε αποφάσιζα να χορέψω. Ναι, τα χέρια μου ίδρωναν και άλλαζα συνέχεια θέσεις, λέγοντας διαρκώς από μέσα μου, Όχι τώρα αλλά στο επόμενο τραγούδι θα χορέψω. Ή, όσο γελοίο κι αν ακούγεται τώρα, περίμενα να βάλει ένα συγκεκριμένο τραγούδια, τα γνωστά Παπάκια, μόνο και μόνο επειδή τα βήματα εκεί είναι προκαθορισμένα.

Μερικές φορές έβαζε πράγματι τα Παπάκια και τότε ίσως και να σηκωνόμουν.

Αυτή η ζήλεια, η βαθιά επιθυμία να φτάσω στο επίπεδό τους, θα έβρισκε το δρόμο της να με κυριεύσει ούτως ή άλλως.

Ζούσα τότε ελάχιστα λεπτά μιας εξωπραγματικής εμπειρίας όπου το μουδιασμένο σώμα μου ήταν λες και αιωρείτο από πάνω μας, παρατηρώντας τον χορό. Και μετά επέστρεφα όσο πιο γρήγορα μπορούσα πίσω στη θέση μου, πριν προλάβει καν να ξεκινήσει το επόμενο τραγούδι. Χωρίς καθυστέρηση έλεγα πάλι, Στο επόμενο τραγούδι θα σηκωθώ! Στο επόμενο θα σηκωθώ! Το επαναλάμβανα από μέσα μου, όμως όταν το τραγούδι ξεκινούσε με έβρισκε ακόμα να επαναλαμβάνω, Στο επόμενο, στο επόμενο!

Φυσικά, ξέχασα να αναφέρω πως θαύμαζα αυτούς που χόρευαν, ιδιαίτερα τα αγόρια της ηλικίας μου, αφού μόνο μαζί τους μπορούσα να συγκριθώ. Είχε μια ροή απολύτως φυσική ο τρόπος που χόρευαν, λες και ο χορός ήταν κινήσεις που έκαναν κάθε μέρα, θα μπορούσαν λόγω χάρη να τις κάνουν όσο παίζαμε, τις είχαν και τότε μέσα τους, αλλά αποφάσιζαν τώρα να τις επιδείξουν. Εγώ ούτε τις είχα ούτε τις έδειχνα. Κι όμως αντί να αποθαρρυνθώ, εντυπωσιαζόμουν και σκεφτόμουν πως, ναι κι εγώ μπορώ να το κάνω, όχι όμως τώρα, όχι, στο επόμενο τραγούδι. Και τότε, μετά από ποιος ξέρει πόσα τραγούδια, πόσες κασέτες ή δίσκους που είχαν αλλάξει -εννοείται πως τότε δεν υπήρχαν mp3 και ψηφιακή μουσική- αποφάσιζα να σηκωθώ. Μία δύναμη με έκανε να αναπηδήσω από τον καναπέ -μια δύναμη που φαινόταν να μην είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα της βούλησής μου- και το σώμα μου στεκόταν σαν πέτρινος δρομέας, όρθιος, έτοιμος να σπάσει το καλούπι και να βγει.

Δεν ξέρω αν εν τέλει ήταν επειδή με παρακινούσε η μητέρα μου ή κάποιος άλλος, και για να πω την αλήθεια δεν νομίζω να έχει να κάνει με το γεγονός ότι μου το είχε ζητήσει κάποιος εξαρχής. Αυτή η ζήλεια, η βαθιά επιθυμία να φτάσω στο επίπεδό τους, θα έβρισκε το δρόμο της να με κυριεύσει ούτως ή άλλως.

Η ουσία είναι ότι αυτός ο αιώνιος δισταγμός, που με έκανε να μην απολαμβάνω κανένα πάρτι και να βρίσκομαι σε μία αδιάκοπη εγρήγορση, με ακολουθούσε και στα μετέπειτα πάρτι, από αυτά στο δημοτικό και στο γυμνάσιο μέχρι και στο λύκειο. Κι όσο μεγάλωνα, λογικό να μεγάλωνε και ο θαυμασμός μου για τους χορευτές, τους τόσο ικανούς συμμαθητές μου που διέθεταν ικανότητες που εγώ δεν διέθετα ή δεν μπορούσα να εξωτερικεύσω. Ίσως είναι και πιο όμορφοι γι’ αυτό μπορούν και χορεύουν, συχνά σκεφτόμουν, άλλωστε τα κορίτσια πάντα γοητεύονταν από τον χορό τους.

Επιστρέφω όμως στα παιδικά πάρτι και στο σημείο που σαν άγαλμα σηκωνόμουν -τα πόδια καρφωμένα στο πάτωμα, το σώμα να προεξέχει μπροστά- για να χορέψω. Το είχα πάρει απόφαση μετά από πολλή σκέψη και ναι, τότε ήταν επιτέλους το τραγούδι που θα χόρευα, δεν υπήρχε αμφιβολία. Και καθώς ένιωθα να εισχωρώ στον κλοιό του χορού, τότε η μητέρα μου ή -σε μεγαλύτερη ηλικία- οι φίλοι μου, μου έλεγαν έλα πάμε, ώρα να φύγουμε, το πάρτι τελείωσε.

Ο χορός μου φυσικά ποτέ δεν πραγματοποιόταν.

Και τότε, αντί να νιώθω ανακούφιση που γλίτωνα από αυτή τη διαδικασία, τη δοκιμασία καλύτερα, ήθελα να εξαφανιστώ. Αυτό που σχεδόν πραγματοποιήθηκε, γλιστρούσε παράλληλα προς την αντίθετη κατεύθυνση και θα το έχανα για πάντα, σαν δυο τρένα σε παράλληλες ράγες που πηγαίνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις και σε καθένα είναι συνεπιβάτης το άλλο μισό.

Πρόκειται για ένα μοτίβο συμπεριφοράς που έχω υιοθετήσει μέχρι σήμερα, τις περισσότερες τουλάχιστον φορές. Το να σηκώνομαι να χορέψω με τους άλλους τη στιγμή που το πάρτι τελειώνει, αφήνοντας μου αμυδρά την εντύπωση ή καλύτερα την πρόγευση, ενός έστω πιθανού στροβιλίσματος.